Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή Θωμάς Κοροβίνης Άγρα 2025
10.50€ 9.45€
Περιγραφή
Η νεολαία μας κατά πλειοψηφίαν σταυροκοπιέται ασύστολα. Μέσα σε λεωφορεία, σε κωλάδικα, όπου να ’ναι. Με τρίαινες στα ρουθούνια ακούγοντας χιπ-χοπ. Η Αριστερά δεν τους εμπνέει πια, τα φυτώριά της μένουν αδειανά και παγωμένα. Κύκλοι πνευματικοί, σινάφια εμπόρων, κύκλοι εκκλησιαστικοί, συνάφεια ευπόρων. Κάποτε με σταματούν -ευτυχώς- και ευφραίνομαι χαρακωμένος αναχωρητής και παπάς τσακισμένος με φάτσα προλετάριου του ’50. Χωρικοί κι οι δυο, τριαντάρηδες με μεσόκοπη όψη. –Να είστε χαρούμενοι, λέει ο καλόγερος, να λάμπετε. Ανθυπασπιστές, άπαντες στο πόστο τους. Λογής λαγωνικά ξαμολιούνται κι ανακαλύπτουν τελευταία καταφύγια θηραμάτων μέσα στη Σαχάρα των πόλεων. Τα διαπομπεύουν. Από ποιόν μπόγια να πρωτογλιτώσεις; Τί απέγινε η κυνώπις κυρία Μινωταύρου; Η Ρούχυ, γενική της Ρούχεως; Ο Βησάρης; Τα τέκνα και τα τεκνά εκείνου του «Επιτάφιου θρήνου» πού να μετώκησαν; Γιώργο, οι μαθητές που σε καμάρωναν, έχουν πολύ μεγαλώσει. Καμιά φορά πιάνουν τις ερημιές και τραγουδούν :
«Μείνε κοντά μου απόψε,
η νύχτα είναι το παν,
η νύχτα είναι μαχαίρι
γι’ αυτούς που αγαπάν » .
Συχνά, στα καλά καθούμενα, μια οιστρογόνος δύναμη ακαταμάχητη με βουρλίζει και βίαια με ωθεί να αρχίσω πάλι τα γνωστά νταλαβέρια με την άλλη μπάντα. Με «τα παιδιά της άλλης όχθης», όπως ευσύνοπτα σας ονόμασε η Ζυράννα. Της άλλης όχθης, εκεί όπου έχουν συγκεντρωθεί όλα τα αναρίθμητα, τα άπειρα πρώην όντα, άνθρωποι, ζώα και πτηνά, οι ωκεανοί των μύθων και της ιστορίας, τα πάντα πέραν την γεγενημένων και μακράν του ορατού. Συνήθως σας ονειρεύομαι. Γαλήνιους σε μια λίμνη ευδαιμονίας ασάλευτης. Κι είμαι μαζί σας. Άλλοτε το φαρμάκι της νοσταλγίας με δαιμονίζει και ζητάω τα αδύνατα, να γυρίσετε πίσω εσείς οι αγαπημένοι, να αποτελειώσουμε μισές κουβέντες, να μονιάσουμε από αφίλιωτες εποχές, να γυρίσουμε το δηλητήριο που χύσαμε σε νέκταρ αγάπης. Πλάσματα που ποθήσαμε ή μας πόθησαν κρυφά και άλλα που αφήσαμε στα μισά του έρωτα να απαντηθούμε για να κλείσουμε τον κύκλο του ανεκπλήρωτου. Ακόμη, να σμίξουμε με αδικημένους της ιστορίας και να τους δώσουμε πίσω το δίκιο που στερήθηκαν εν ζωή, να έρθει εκεί πέρα η ψυχή τους στα ίσια της. Κι επειδή, ως γνωστόν τίποτε απ’ όλ’ αυτά, καθώς πέπρωται, δε θα γίνει, στον αιώνα τον άπαντα, κάποτε συνέρχομαι και πέφτω πάνω απ’ το τηλέφωνο σχηματίζοντας νούμερα. Περιμένω να βγεις εσύ. Να μιλήσουμε. –Έλα, σου λέω, σ’ αποθύμησα. –Εδώ είμαι, μου λες, κοντά σου. –Πες μου τι σου λείπει, δε σε πιστεύω ότι είσαι κοντά μου, αλλά τώρα τελευταία έχω εξημερώσει ένα χελιδόνι, κάθεται δίπλα μου σα γατάκι και περιμένει να του παραγγείλω να ταξιδέψει. Έχει παρέα και τους φίλους του. Αυτά διασχίζουν ηπείρους, φτάνουν όπου θες. Θα σου στείλω ένα δημοτικό τραγούδι που σκάρωσα, μια ρίμα. Ή πεσκέσια. Θες ένα δεματάκι με μουσακά, θρούμπες και τσίπουρο; Μήπως μια φωτογραφία μ’ έναν έκπαγλο έφηβο, έναν μέγα κούρο της εποχής μας, με μαλλιά α λ’ αμερικαίν, γενειάδα τύπου ταλιμπάν, αλλά, να ξέρεις, στέρνο, «εργαλεία» και οπίσθια αποτριχωμένα πλήρως και στο δεξί μπούτι ένα τατουάζ, η Μέδουσα με τον Τουταγχαμών σε οργιαστική περίπτυξη! Ωραία, μου λες, μα έχω κι έναν άλλο καημό. Να βρεις κάνα δυο από εκείνους τους τσόγλανους, τους συμμαθητές μου, τους σαδίκλες, που μου έκαναν τότε μαύρη τη ζωή μέσα στην τάξη. Βέβαια τώρα πια θα είναι γέροι, μορμολύκεια, πουρά ή πιο σωστά κωλόγεροι δηλαδή και σκατόγεροι, -ναι, αυτό τους πρέπει-, αλλά επειδή συνήθως αναχωρούν δια παντός ακόλαστοι, δώσ ’τους εσύ ένα μάθημα εκ μέρους μου. Ποιόν τάχα πείραζα! Ήμουν καλός και φρόνιμος. Και σαν καθηγητής έδωσα το παν στους μαθητές μου. Έμαθα μάλιστα πως ανταμώθηκες μ’ ένα παλιό μου μαθητή και σου είπε τι γινόταν όταν διέσχιζα την αυλή του σχολείου το πρωί, προτού συγκεντρωθούμε για την προσευχή και την έπαρση σημαίας, που με χειροκροτούσαν και απ’ τους λοιπούς, κάποιες μουστόγριες, έτρωγαν τα λυσσακά τους και μηχανεύονταν αργότερα σχέδια σατανικά να μου την φέρουν! Σου το τάζω, αδερφέ μου, όλο και κάποιος θα ξέμεινε, να μη μου παραπονεθείς, σαν βρεθούμε, όταν περάσω κι εγώ στην σφαίρα του ανεξήγητου, αν αξιωθώ να βυθιστώ στα μυστήρια του «άνω βυθού των ακαταλήπτων πραγμάτων» !



Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.